Ενημέρωση για το ουρικό οξύ

new5_5767618a_blog.jpg

Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινικών βάσεων. Τα 2/3 του ουρικού που παράγονται καθημερινά απεκκρίνονται από τους νεφρούς και το υπόλοιπο 1/3 απεκκρίνεται με τα κόπρανα. Οι φυσιολογικές τιμές του στο αίμα κυμαίνονται μεταξύ 3,5-7,2mg/dl στους άνδρες, 2,6-6,0mg/dl στις γυναίκες και  2,0-5,5mg/dl στα παιδιά. Το ουρικό οξύ αποτελεί ένα τελικό προϊόν αποικοδόμησης μεταβολικής πορείας που συγχρόνως παίζει και σημαντικό προστατευτικό ρόλο στον οργανισμό. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι ένα από τα κυριότερα ενδογενή αντιοξειδωτικά στο σώμα και εκκαθαριστής ελευθέρων ριζών υψηλής δραστικότητας.

Τα επίπεδα του ουρικού στο αίμα αυξάνονται (υπερουριχαιμία) λόγω διαταραχής της αποβολής του ουρικού από τους νεφρούς, λόγω λήψης μεγάλων ποσοτήτων τροφής (π.χ κρέας) πλούσιας σε πουρίνες, λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, λόγω γενετικής ανωμαλίας που οδηγεί σε αυξημένο ρυθμό σύνθεσης πουρινών αλλά κυρίως λόγω ανεπαρκούς δράσης ενζύμων που συμμετέχουν στο μεταβολισμό των πουρινών. Επειδή δε το ουρικό είναι δυσδιάλυτο στο νερό, η υπερουριχαιμία έχει ως αποτέλεσμα να εναποτίθενται κρύσταλλοι ουρικού νατρίου σε διάφορα σημεία του σώματος και κυρίως στις αρθρώσεις (ουρική αρθρίτιδα ή ποδάγρα gout) αλλά και σε διάφορα όργανα, όπως στα νεφρά, όπου προκαλούνται νεφρικές βλάβες. Η ουρική αρθρίτιδα χαρακτηρίζεται από ξαφνικό και οξύ πόνο που συνήθως εντοπίζεται στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού.

Οι ασθενείς με υπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα πρέπει να ενθαρρύνονται να περιορίσουν ή να αποφεύγουν τα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες (βλέπε πίνακα). Παραδοσιακά, ο περιορισμός των τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες έχει συσταθεί στο οξύ στάδιο της ουρικής αρθρίτιδας σαν μια προσπάθεια να αποφευχθεί η προσθήκη εξωγενών πουρινών στο ήδη υπάρχον υψηλό φορτίο ουρικού οξέος.

Έτσι, ενώ μια τυπική δίαιτα περιέχει 600 με 1000 mg πουρινών ημερησίως, σε περιπτώσεις σοβαρής ή εξελισσόμενης ουρικής αρθρίτιδας το περιεχόμενο των πουρινών στη δίαιτα πρέπει να περιορίζεται περίπου στα 100-150mg/μέρα. Η καθημερινή πρόσληψη πρωτεϊνών συνιστάται να είναι μέτρια (0,8γρ/κιλό σωματικού βάρους) για υγιείς ενήλικες. Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα αυστηρός περιορισμός της πρωτεΐνης στη δίαιτα δεν χρειάζεται, διότι δεν είναι εφικτός για μεγάλο χρονικό διάστημα στους ασθενείς. Από μελέτες έχει βρεθεί ότι η σόγια αποτελεί την προτιμότερη πηγή πρωτεΐνης σε ασθενείς με υπερουριχαιμία.

Συστήνεται επίσης η διατήρηση επαρκούς πρόσληψης υδατανθράκων (50-55% συνολικής προσλαμβανόμενης ενέργειας) έτσι ώστε να αποφευχθεί ο έντονος καταβολισμός. Ακόμη, συνιστάται περιορισμός του λίπους στη δίαιτα(30% των συνολικών προσλαμβανόμενων θερμίδων) διότι μια δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος προάγει την νεφρική κατακράτηση του ουρικού οξέος.

Μία ακόμη σύσταση προς τους ασθενείς με υπερουριχαιμία είναι η διατήρηση του φυσιολογικού βάρους ή η απώλεια του περιττού βάρους με σκοπό την επίτευξη ενός ”υγιούς βάρους”. Εάν συστήνεται απώλεια βάρους, τότε η θερμιδική πρόσληψη χρειάζεται να προσαρμοστεί έτσι ώστε η απώλεια αυτή να είναι σταδιακή. Η ταχεία απώλεια πιθανόν να επιδεινώσει την υπερουριχαιμία διότι ευνοεί την παραγωγή κετονοσωμάτων τα οποία αναστέλλουν την αποβολή ουρικού οξέος από τον οργανισμό.

Η πρόσληψη αλκοόλ θα πρέπει να μετριαστεί και να μην ξεπερνά τα 100 γρ/ημέρα, καθώς έχει βρεθεί ότι η αιθανόλη αυξάνει την παραγωγή ουρικού. Η μπύρα από βύνη και λυκίσκο και το κρασί ίσως επισπεύσουν κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας, ενώ παράλληλα μειώνουν και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την θεραπεία της υπερουριχαιμίας. Επιπλέον, η πρόσληψη υγρών είναι αναγκαίο να ξεπερνά τα 2-3 λίτρα την ημέρα έτσι ώστε να αυξηθεί η αποβολή του ουρικού από τον οργανισμό και να περιοριστεί ο κίνδυνος ανάπτυξης κρυστάλλων ουρικού νατρίου στα νεφρά. Ένα ακόμη μέτρο για την αντιμετώπιση της υπερουριχαιμίας είναι να αποφεύγονται τα μεγάλα γεύματα, ιδιαίτερα το βράδυ, αφού αυτά προάγουν το σχηματισμό κρυστάλλων.

ourikooksy1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ourikooksy2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: www.nutrimed.gr

Κουτσοκώστα Βασιλική

Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος