Θηλασμός και νοημοσύνη: Συνδέονται;

new8_5420995_blog.jpg

Σε μια μελέτη από τη Δανία που δημοσιεύθηκε το 2002 στο έγκυρο ιατρικό περιοδικό JAMA, επιστήμονες  παρακολούθησαν ένα δείγμα 3253 ανθρώπων που γεννήθηκαν στην Κοπεγχάγη μεταξύ 1959 και 1961. Τους χώρισαν σε ομάδες ανάλογα με το πόσο καιρό θήλασαν. Όταν ενηλικιώθηκαν, σε ηλικία από 18 έως 27 ετών,  εξετάστηκε με συγκεκριμένες επιστημονικές κλίμακες o δείκτης ευφυίας τους. Αποκλείστηκαν με στατιστικό τρόπο παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της μελέτης, όπως η κοινωνικο-οικομονική τους κατάσταση, το επίπεδο εκπαίδευσης που έλαβαν, το ύψος, η ηλικία και η πρόσληψη βάρους της μητέρας τους κατά την εγκυμοσύνη, το κάπνισμα της μητέρας, ο αριθμός των κυήσεων, το βάρος και μήκος γέννησης, επιπλοκές στην κύηση και τον τοκετό.

 

Μετά την προσαρμογή για αυτούς τους παράγοντες, οι ερευνητές βρήκαν ότι όσοι θήλασαν για λιγότερο από ένα μήνα είχαν δείκτη ευφυίας 99.4 κατά μέσο όρο. Αν θήλασαν για 3 μήνες το ΙQ τους ανέβαινε στο 101.7 κατά μέσο όρο, στους 6 μήνες θηλασμού στο 102.3, ενώ στους 9 μήνες θηλασμού στο 106, δηλαδή σχεδόν 7 μονάδες παραπάνω από όσους θήλασαν από καθόλου έως ελάχιστα! Τα ευρήματά τους ήταν τα ίδια και σημαντικά σε δύο διαφορετικά δείγματα ανθρώπων και με δύο διαφορετικά τεστ ευφυίας.

H ιατρική είναι αβέβαιη επιστήμη. Η γνώση της προχωράει μέσα από επιστημονικές έρευνες που χρησιμοποιούν την στατιστική. Όταν ψάχνουμε να βρούμε τι φταίει που εμφανίζεται κάποια συγκεκριμένη ασθένεια, οι έρευνες προσπαθούν να εξακριβώσουν παράγοντες που δρουν προστατευτικά ή που αυξάνουν τον κίνδυνο για την εμφάνιση αυτής της ασθένειας. Πολύ σπάνια ανευρίσκεται μία και μόνο αιτία που προκάλεσε την αρρώστια ενός ανθρώπου; Στις περισσότερες περιπτώσεις η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική. Αυτό σημαίνει για παράδειγμα ότι ο καρκίνος του μαστού μιας γυναίκας φυσικά και δεν αποδίδεται αποκλειστικά στο μη θηλασμό, αλλά ο μη θηλασμός μπορεί να συνέβαλλε, σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κάθε ατόμου, στην ανάπτυξη του καρκίνου; μαζί με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες όπως η πρώιμη εμμηνόπαυση, η κληρονομικότητα, η μη τεκνοποίηση, η διατροφή της γυναίκας, το κάπνισμα, η απουσία προληπτικού ελέγχου και άλλοι παράγοντες.

 

Όταν οι σύγχρονες έρευνες συμπεραίνουν πως ο μη θηλασμός των βρεφών οδηγεί σε μια στατιστική μείωση του δείκτη νοημοσύνης κατά τρεις με πέντε μονάδες, αυτό φυσικά και δε σημαίνει ότι κάθε παιδί που δε θήλασε έχει χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης σε συγκριση με καθε παιδί που θήλασε για έξι μήνες. Θα υπάρξουν μωρά που δε θήλασαν και βρίσκονται υψηλότερα στην κλίμακα σε σχέση με κάποια άλλα μωρά που θήλασαν για δύο χρόνια, γιατί η νοητική ανάπτυξη διαμορφώνεται και από πολλούς άλλους παράγοντες, όπως η κληρονομικότητα, η υπόλοιπη διατροφή, τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση. Θα υπάρξουν αντίστοιχα και πολλά παιδιά που θήλασαν αλλά δεν τα κατάφέρνουν αργότερα στο σχολείο, σε συγκριση με κάποια άλλα που έπιναν μόνο ξένο γάλα ως βρέφη. Αν όμως πάρει κανείς χίλια παιδιά που δε θήλασαν ποτέ, άλλα χίλια παιδιά που θήλασαν μακροπρόθεσμα, αποκλείσει με στατιστικό τρόπο άλλους σημαντικούς παράγοντες που επιδρούν στη νοημοσύνη, υποβάλλει όλα αυτά τα παιδιά στο τεστ νοημοσύνης και υπολογίσει το μέσο αποτέλεσμα της κάθε ομάδας, θα βρεί διαφορές: εκείνα που θήλασαν θα έχουν κατά μέσο όρο δείκτη νοημοσύνης υψηλότερο κατά μερικές μονάδες. Ο μακροχρόνιος θηλασμός λοιπόν δρα ως προστατευτικός παράγοντας αυξάνοντας την πιθανότητα ένα συγκεκριμένο παιδί να πάει καλύτερα νοητικά. Αντίθετα η αποκλειστική διατροφή με ξένο γάλα στα βρέφη δρα ως παράγοντας κινδύνου που αυξάνει την πιθανότητα, η νοητική ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου παιδιού να είναι χειρότερη από αυτή που θα μπορούσε να ήταν χωρίς τον επιβαρυντικό παράγοντα του μπιμπερό.

 

Πολλές φορές αντιδρούμε αμυντικά και ανεκδοτολογικά στο άκουσμα συμπερασμάτων επιστημονικών μελετών: «Μα η γιαγιά μου θήλασε για χρόνια όλα τα παιδιά της κι όμως έπασχε από αρτηριακή υπέρταση στα πενήντα της», ή «η γειτόνισσα δε θήλασε ποτέ, είναι ογδόντα χρονών και υγιέστατη, σε αντίθεση με τη θεία μου που θήλασε τα παιδιά της και έπαθε καρκίνο μαστού στα εξήντα της», ή «το μωρό της ξαδέρφης μου, παρό,τι θήλασε αποκλειστικά, έπαθε πνευμονία και μπήκε στο νοσοκομείο». Δεν είναι θέμα ατομικών ιστοριών. Για την ανθρώπινη μοίρα και τον παράγοντα του τυχαίου δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Μια μητέρα μπορεί να θηλάσει με ζήλο και πίστη το παιδί της και εκείνο, δύο χρόνια αργότερα, να αναπτύξει ένα σπάνιο σύνδρομο επιληψίας που το οδηγεί σε διανοητική καθυστέρηση. Η γαλουχία δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτήν την εξέλιξη. Όπως όμως είναι σημαντικό να μην καπνίζουμε, ώστε να μην σπρώξουμε την κακή μας τύχη και φύγουμε πρώιμα από αυτήν τη ζωή, έτσι και ο θηλασμός είναι μια επιλογή που μας δίνει τη δύναμη να διαμορφώσουμε προς το καλύτερο το μέλλον του παιδιού μας – τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι που έχουμε τη δυνατότητα να αλλάξουμε με τις ενέργειες μας.

 

Πηγή: Mortensen EL et al. The association between duration of breastfeeding and adult intelligence. JAMA 2002;287(18):2365-2371.

 

Στέλιος Παπαβέντσης 

Παιδίατρος MRCPCH DCH IBCLC

www.pediatrosthes.gr