Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και διατροφή

new3_2679939_blog.jpg

Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΟ) αποτελεί μία από τις πιο συνηθισμένες ορμονικές παθήσεις των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Υπολογίζεται ότι 1 στις 15 γυναίκες ηλικίας μέχρι και 40 ετών πάσχει από αυτήν την ορμονική διαταραχή. Όμως, πως ακριβώς εκδηλώνεται η πάθηση; Στο ΣΠΟ διαταράσσεται η ισορροπία των ορμονών που ρυθμίζουν την ωορρηξία.

Σε φυσιολογικές καταστάσεις κατά την διάρκεια ενός έμμηνου κύκλου της γυναίκας οι ορμόνες της αναπαραγωγής όπως η τεστοστερόνη, τα οιστρογόνα και η ωχρινοποιητική ορμόνη, αυξάνονται και ελαττώνονται ρυθμικά, μέχρι η γυναίκα να οδηγηθεί σε έμμηνο ρύση. Στις γυναίκες όμως που πάσχουν από ΣΠΟ, οι ορμόνες αυτές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν τα ωοθυλάκια να ωριμάσουν και να μην συμβαίνει ωορρηξία. Έτσι, οι ωοθήκες διογκώνονται και γεμίζουν με πολλές μικρές κύστες. Το γεγονός αυτό επιφέρει ποικίλα συμπτώματα σε κάθε πάσχουσα. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαμε να πούμε πως μία γυναίκα με πολυκυστικές ωοθήκες στην ουσία έχει να αντιμετωπίσει 3 νοσηρές καταστάσεις :

1)    Την εμφάνιση των κυστών στις ωοθήκες

2)    Την υπερανδρογοναιμία, δηλαδή αυξημένη παραγωγή ανδρικών ορμονών, και,

3)    Την ινσουλινοαντίσταση.

Όταν δύο ή περισσότερες από τις τρεις προαναφερόμενες παραμέτρους συνυπάρχουν, τότε μιλάμε για την εκδήλωση του συνδρόμου.

Τα βασικά συμπτώματα της ασθένειας είναι :

  • Ο άστατος κύκλος
  • Η αυξημένη τριχοφυΐα σε πρόσωπο και σώμα
  • Η λέπτυνση των μαλλιών
  • Η ακμή
  • Η ανδρικού τύπου παχυσαρκία
  • Η δυσανεξία στους υδατάνθρακες
  • Η δυσκολία στην απώλεια βάρους ή ακόμα και η αύξηση βάρους
  • Η αυξημένη εναπόθεση κοιλιακού λίπους (κοιλιακή παχυσαρκία)
  • Τα προβλήματα γονιμότητας

Ακόμη, μπορεί μελλοντικά να εκδηλωθούν σακχαρώδης διαβήτης (λόγω της ινσουλινοαντίστασης), υπέρταση, υπερλιπιδαιμίες, καρδιοπάθειες, καρκίνος του ενδομητρίου κ.ά.

Πως όμως συνδέεται το ΣΠΟ με την διατροφή; Όπως προαναφέραμε ένα από τα βασικά συμπτώματα του συνδρόμου είναι η αύξηση του σωματικού βάρους. Αυτή μπορεί στην αρχή να γίνει σταδιακά, αργότερα όμως εξελίσσεται ραγδαία. Το επιπλέον βάρος εντοπίζεται κυρίως στην κοιλιακή χώρα. Η ινσουλιναιμία ευνοεί την εναπόθεση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς και ταυτόχρονα δυσχεραίνει την καύση του. Η κοιλιακή παχυσαρκία με την σειρά της αυξάνει την ινσουλινοαντίσταση και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Από τα παραπάνω, λοιπόν, καταλαβαίνουμε πως πέρα από την φαρμακευτική αγωγή που θα ακολουθήσει η πάσχουσα κρίνεται απαραίτητη και η διατροφική παρέμβαση.

Βασικοί στόχοι της διαιτητικής αντιμετώπισης αποτελούν η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και η αποτροπή της περαιτέρω αύξησης του σωματικού βάρους. Για την επίτευξη αυτών των στόχων κρίνονται απαραίτητες οι διατροφικές αλλαγές, καθώς, και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής.

Το διατροφικό σχήμα που ακολουθείται είναι όμοιο με εκείνο του Σακχαρώδη Διαβήτη (εφόσον θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την ινσουλινοαντίσταση). Πιο συγκεκριμένα απαιτείται :

  • Ο περιορισμός της ολικής κατανάλωσης των υδατανθράκων, τόσο μέσα στο σύνολο της ημέρας, όσο και σε κάθε γεύμα ξεχωριστά.
  • Η προτίμηση υδατανθράκων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη που είναι πλούσιοι σε φυτικές ίνες (πολύσπορο ψωμί, σαλάτες, λαχανικά, ζυμαρικά και δημητριακά ολικής αλέσεως, όσπρια και ωμοί ξηροί καρποί).
  • Η αποφυγή της ζάχαρης και των προϊόντων στα οποία προστίθεται.
  • Ο περιορισμός των ζωικών λιπαρών, όπως το βούτυρο, η κρέμα γάλακτος, το μαγειρικό λίπος, ή πέτσα των πουλερικών.
  • Ο περιορισμός των τηγανιτών.
  • Η προτίμηση των φυτικών λιπαρών όπως το ελαιόλαδο, το σησαμέλαιο, το Καλαμποκέλαιο.
  • Η αύξηση των ω3 και ω6 λιπαρών οξέων στην διατροφή μας.
  • Η αύξηση των φρούτων και των λαχανικών.
Η διαιτητική παρέμβαση θα πρέπει να συμβαδίζει με την φαρμακευτική αγωγή που θα προτείνει ο θεράπων γιατρός και δε θα πρέπει να σταματήσει εφόσον εκλείψουν τα συμπτώματα. Η αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες θα πρέπει να είναι μόνιμη και να ακολουθείται από την πάσχουσα δια βίου.

 Όσον αφορά την αλλαγή στον τρόπο ζωής, συνίσταται συστηματική άσκηση καθώς αυτή βοηθά στην αντιμετώπιση της ινσουλιναιμίας. Κατάλληλη θεωρείται κάθε άσκηση και δραστηριότητα που προκαλεί ευχαρίστηση στην πάσχουσα, ώστε να την συνεχίσει. Θα πρέπει κάθε ασθενής να ασκείται μέχρι και 1 ώρα τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας και να συνδυάζει αερόβιες και αναερόβιες ασκήσεις.

Σαββατιανού Πελαγία

Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, Καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής