Υψηλό και χαμηλό ουρικό οξύ

images_aaouriko.jpg

Το ουρικό οξύ, είναι μία ουσία που παράγεται στον οργανισμό κατά τον μεταβολισμό των πουρινών. Οι πουρίνες είναι ουσίες που είναι απαραίτητες για την κατασκευή του γενετικού υλικού σε κάθε ζωντανό οργανισμό. Διακρίνουμε τις ενδογενείς πουρίνες που κατασκευάζονται στο σώμα και τις εξωγενείς πουρίνες που εισέρχονται στο σώμα μέσω της διατροφής. Υψηλής συγκέντρωσης σε πουρίνες είναι τα πλούσια σε πρωτεΐνες τρόφιμα όπως τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης.  


Η αύξηση του ουρικού οξέως ονομάζεται ιατρικώς υπερουριχαιμία. Η αύξηση του ουρικού οξέως είναι συνήθης σήμερα και συχνά είναι εργαστηριακό εύρημα στο check up, χωρίς να συνυπάρχουν συμπτώματα. Τα αίτια της αύξησης του ουρικού οξέος κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα στις δυτικές κοινωνίες συνδέεται με την αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και την παχυσαρκία, την καθιστική ζωή, την αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ και την κρεοφαγία. Λιγότερο συχνή είναι η μείωση των επιπέδων του ουρικού οξέος του αίματος.

Η μέτρηση του ουρικού οξέος επιβάλλεται εφόσον υπάρχουν συμπτώματα που χαρακτηρίζονται από:
·        Πόνο στις αρθρώσεις ή πρήξιμο
·        Πέτρες στα νεφρά
·        Λήψη φαρμάκων που προκαλούν αυξήσεις στο ουρικό οξύ αίματος

1.     ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΟΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ
H υπερουριχαιμία διατροφικής προέλευσης, η υπερουριχαιμία που προκαλείται από μεταβολικές διαταραχές και η υπερουριχαιμία κληρονομικής αιτιολογίας  είναι οι πιο συχνές αιτίες αύξησης ουρικού οξέος στη σημερινή εποχή. Σπανιότερα η υπεουριχαιμία συνδέεται με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, όπως μυελουπερπλαστικά νοσήματα, ψωρίαση, αιμόλυση, νεφρικά νοσήματα, υπέρταση, υποθυρεοειδισμό, υπερπαραθυρεοειδισμό, αλκοολισμό, χρόνιες στερητικές δίαιτες, σαρκοείδωση, παχυσαρκία, παρενέργειες φαρμάκων, τοξική δράση ουσιών.

Η συνηθέστερη μεταβολική παθολογική διαταραχή χωρίς συμπτώματα που συνδέεται με την υπερουριχαιμία  και το σύγχρονο τρόπο ζωής είναι το μεταβολικό σύνδρομο. Το μεταβολικό σύνδρομο χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο επιμέρους μεταβολικών διαταραχών όπως κακοήθη κατανομή υπερβάλλοντος βάρους στην κοιλιακή χώρα θώρακα και άκρα, υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων αίματος, παθολογικά χαμηλά επίπεδα «καλής χοληστερίνης» HDL, αρτηριακή πίεση αίματος σε ανώτατα φυσιολογικά επίπεδα ή υψηλά επίπεδα, γλυκόζη (ζάχαρο) αίματος νηστείας υψηλή ή οριακά φυσιολογική. Η υπερουριχαιμία στα πλαίσια  του μεταβολικού συνδρόμου συνδέεται με αυξημένη επίπτωση καρδιοεγκεφαλικών επεισοδίων, διαβήτη στυτικής δυσλειτουργίας, πρόωρων θανάτων.

Η υπερουριχαιμία, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, μπορεί να προκαλέσει ουρική αρθρίτιδα, βλάβες και λίθους στα νεφρά. Όλοι οι άνθρωποι δεν παρουσιάζουν την ίδια ευαισθησία στις βλαπτικές επιδράσεις της υπερουριχαιμίας, γι αυτό η απόφαση για θεραπεία με ειδικά φάρμακα τα οποία δεν στερούνται παρενεργειών και αυστηρή διαιτητική αγωγή, εξαρτάται από το αίτιο και τις πιθανές επιπτώσεις της σε κάθε άτομο χωριστά, όπως διαφαίνεται με σαφήνεια μετά από λεπτομερή ιατρική αξιολόγηση. O πάσχων από υπερουριχαιμία πρέπει να αποφεύγει τα λιπαρά τρόφιμα, την κατάχρηση αλκοόλ, τα εντόσθια, τα οστρακοειδή, τις αντσούγιες, την υπερκατανάλωση κρέατος, τις απότομες αυξομειώσεις βάρους και να έχει επαρκή πρόσληψη ύδατος. Όταν η υπερουριχαιμία συνδέεται με σοβαρό υποκείμενο νόσημα ή έχει προκαλέσει επιπλοκές από τα νεφρά ή τις αρθρώσεις η θεραπεία κατευθύνεται και προς την αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών.

2.     ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΟΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ
Η πτώση του ουρικού οξέως είναι σπανιότερη διαταραχή που αφορά το μεταβολισμό του ουρικού οξέος και μπορεί να οφείλεται σε ελαττωμένη παραγωγή, αυξημένη απέκκριση ή συνδυασμό των δύο μηχανισμών.

Η διατροφή με τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε πουρίνες και ορισμένες κληρονομικές διαταραχές του μεταβολισμού κατά τις οποίες υπάρχει μεμονωμένη διαταραχή στο μεταβολισμό των πουρινών (π.χ. συγγενής διαταραχή της αμφίδρομης νεφρικής σωληναριακής μεταφοράς ουρικού) είναι οι πιο αθώες κατηγορίες αιτίων. Σοβαρά συστηματικά αίτια που συνοδεύονται από πτώση ουρικού οξέως του αίματος είναι ορισμένα παθολογικά νοσήματα (π.χ. καρκινώματα, κίρρωση ήπατος, διαβήτης), η δηλητηρίαση από βαρέα μέταλλα και η χρόνια χρήση ορισμένων φαρμάκων (π.χ. ασπιρίνη, φαινοφιμπράτη, κορτιζόνη).
Οι επιπτώσεις από το χαμηλό ουρικό οξύ είναι ανύπαρκτες για τον οργανισμό, είναι όμως σημαντικό να διερευνηθεί η αιτία της πτώσης του για να αποκλειστούν και να θεραπευτούν εγκαίρως σοβαρά υποκείμενα συστηματικά αίτια.
Κατά την διάρκεια της σωστής παθολογικής εξέτασης, τα στοιχεία από το ιστορικό, τα συνoδά συμπτώματα, ορισμένα σημεία από την εξέταση (π.χ. εξέταση σπλάγχνων, αρτηριακή πίεση, εξέταση παράπλευρης κυκλοφορίας) κατευθύνουν την διάγνωση και την θεραπεία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλονται συμπληρωματικοί εργαστηριακοί έλεγχοι.

Πηγή : http://anastasiamoschovaki1.blogspot.gr