Πεπτικό σύστημα

Για πρώτη φορά, θυμάμαι, συνειδητοποίησα τη σημασία, αλλά και το μυστήριο της λειτουργίας του π ε π τ ι κ ο ύ  σ υ σ τ ή μ α τ ο ς όταν, μαθητής στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, παρακολουθούσα τους μεταξοσκώληκες που εξέτρεφε η μάνα μου στο υπόγειο του σπιτιού μας, στην Κερύνεια, να καταβροχθίζουν με απίθανη βουλιμία τα φύλλα της μουριάς!

Ήταν εκεί, πάνω στις στρωμένες με χαρτί καλαμένιες ψάθες, τα χιλιάδες αυτά “θηρία,” να περιμένουν και να ετοιμάζονται να επιτεθούν και να διεκδικήσουν “τα φύλλα αυτών τα επιούσια.” Αυτά τα φύλλα, που αποτελούσαν το ένα και μοναδικό διαιτολογικό είδος που τα συνέδεε με τον γύρω τους κόσμο. Από αυτά έπαιρναν όχι μόνο τα θρεπτικά στοιχεία για να ζήσουν και να μεγαλώσουν και να …μεταξουργήσουν, αλλά ακόμα και το νερό που χρειαζόντουσαν, και τα πάντα!

Πολλές φορές συνήθιζα να στήνω αυτί – ιδιαίτερα όταν πια τα σκουλήκια ήταν αρκετά μεγάλα, την τελευταία βδομάδα πριν από τον εγκλεισμό τους στο κουκούλι τους – και να παρακολουθώ αυτό τον ορυμαγδό που προέρχονταν από τις χιλιάδες σαγόνια, με τα κοφτερά δόντια, που ροκάνιζαν τα φύλλα της μουριάς. Είναι πιο συναρπαστικός, ακόμα και από τον ήχο αγωνιστικού αυτοκινήτου με δεκαεξαβάλβιδη μηχανή, να παίρνει μιαν ανοιχτή στροφή σε ειδική διαδρομή του ράλι “Ακρόπολις.”

Συνιστώ, σε όσους ασχολούνται με την κατάρτιση αρχείων ήχων, θορύβων, ηχητικών “εφέ”, να τον καταγράψουν με κάθε επιμέλεια. Θα μπορούσε να ενσωματωθεί, με απίθανα αποτελέσματα, ακόμα και σε ηχογραφήσεις ορχήστρας μουσικής δωματίου! Με αυτό λοιπόν τον ήχο στα αυτιά μου, και τη φαντασία μου να καλπάζει, παιδευόμουνα να καταλάβω πως είναι δυνατό αυτό το σκουλήκι να μεταμορφώνει τα ταπεινά αυτά φύλλα της συκαμιάς σ’ αυτή τη χρυσαφένια, γυαλιστερή και στίλβουσα, απαλή κλωστή, το μ ε τ ά ξ ι. Το μόνο που έβλεπα ήταν η καταβρόχθιση μιας τεράστιας ποσότητας φύλλων από το στόμα, και η αποβολή, από το άλλο άκρο του σκουληκιού, των περιττωμάτων.

Για τις διεργασίες που γινόντουσαν μεταξύ των δύο αυτών άκρων δεν είχα την παραμικρή ιδέα, ούτε καν θυμάμαι τώρα πως προσπαθούσα να εξηγήσω όλη αυτή την επιχείρηση μεταξοποιίας! Βλέπετε, τότε δεν είχα ιδέα για τα έ ν ζ υ μ α, τις υδρολυτικές και μη διασπάσεις, τους υ δ α τ ά ν θ ρ α κ ε ς, τα λ ι π ί δ ι α, τις π ρ ω τ ε ϊ ν ε ς και τα α μ ι ν ο ξ έ α, ούτε βέβαια και για την περιπετειώδη “Οδύσσεια” που συνεπάγεται το ταξίδι από το στόμα ως τον πρωκτό. Το καταπληκτικό λοιπόν αυτό πεπτικό σύστημα, αποτελεί και για μας, όπως και για το σκουλήκι της ιστορίας μας, τη θύρα εισόδου στο σώμα όλων εκείνων των στοιχείων που χρειάζονται για τη δομή των ιστών και οργάνων του σώματος, καθώς και για την προσφορά της ενέργειας που απαιτείται για τη ζωή μας.

Αποτελεί το εργοστάσιο επεξεργασίας των πρώτων υλών που χρειάζεται ο οργανισμός, για την τροποποίηση και μετατροπή τους σε υλικά που να μπορούν στη συνέχεια να περάσουν προς το “εσωτερικό περιβάλλον” του σώματος, για να μεταφερθούν με το αίμα στους ιστούς για χρησιμοποίηση. Γιατί, όσο παράδοξο και αν ακούεται, ολόκληρος ο γαστρεντερικός σωλήνας, που αρχίζει από το στόμα και τελειώνει στον πρωκτό, δεν αποτελεί εσωτερικό, αλλά ε ξ ω τ ε ρ ι κ ό περιβάλλον όσον αφορά το σώμα, με ελεύθερη επικοινωνία με τον εξωτερικό κόσμο.

Η βασική αρχή της λειτουργίας του είναι απλή, και έχει “εφευρεθεί” λίγα δισεκατομμύρια χρόνια πριν από την εμφάνιση των πολυκύτταρων οργανισμών, από τους μονοκύτταρους οργανισμούς, από απλά μεμονωμένα κύτταρα. Δηλαδή, λαμβάνεται μία ουσία από το περιβάλλον, περιτυλίγεται με κυτταρική μεμβράνη, έτσι ώστε να σχηματίζεται ένα κυστίδιο, το οποίο εισάγεται στο εσωτερικό του κυττάρου. Στη συνέχεια, από την κυτταρική μεμβράνη που περιβάλλει αυτό το κυστίδιο εκκρίνονται ένζυμα μέσα στο κυστίδιο, τα οποία διασπούν αυτή την ουσία σε απλούστερα συστατικά, κατάλληλα να έρθουν σε επαφή με το πρωτόπλασμα και τα λοιπά οργανύλλια του κυττάρου.

Έτσι, οι απλούστερες αυτές ουσίες περνάνε μέσα από το τοίχωμα του κυστιδίου προς το υπόλοιπο κύτταρο, όπου και χρησιμοποιούνται ως δομικά στοιχεία, είτε και ως καύσιμη ύλη για την παροχή ενέργειας στο κύτταρο. Τη θέση και λειτουργία του κυστιδίου αναλαμβάνει σ’ εμάς ο γαστρεντερικός σωλήνας, ο οποίος:

1. Αρχίζει από το στόμα, με όλο τον καταπληκτικό εξοπλισμό του για την κατάτμηση, μάσηση και λειοτρίβηση της τροφής, και την ανάμειξή της με τα πρώτα ένζυμα που θα αρχίσουν την προκαταρκτική διάσπαση ορισμένων από τα συστατικά της. Μόλις η τροφή εισέλθει στο στόμα (αλλά, καμιά φορά ακόμα και μόλις τη δούμε ή τη μυρίσουμε από μακριά), ειδοποιούνται ορισμένα κέντρα στον εγκέφαλο, από το αισθητήριο της γεύσης (αλλά και της όρασης και της όσφρησης), και από εκεί αποστέλλονται εντολές (νευρικά μηνύματα), στους σιελογόνους αδένες, που βρίσκονται στην περιοχή γύρω από το στόμα, και αρχίζει η έκκριση του σιέλου. Μέσα στο σίελο περιέχεται ένα τουλάχιστο ένζυμο, που αρχίζει αμέσως τη δουλειά του, δηλαδή τη διάσπαση του α μ ύ λ ο υ της τροφής σε μικρότερα μόρια, όχι όμως τόσο μικρά ώστε να είναι κατάλληλα για απορρόφηση προς το αίμα.

2. Συνεχίζεται με το φ ά ρ υ γ γ α και τον ο ι σ ο φ ά γ ο, που αποτελούν δύο σωλήνες, τον ένα μετά τον άλλο, για τη μεταφορά του βλωμού από το στόμα στο στομάχι, το πρώτο καθεαυτό πεπτικό όργανο του συστήματος. Σε αυτό το τμήμα δεν έχουμε παρά να θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο δόθηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα λύση στο πρόβλημα της διασταύρωσης της πεπτικής με την αναπνευστική οδό. Αυτή η διασταύρωση λειτουργίας με τόση ακρίβεια, ώστε η συχνότητα των ατυχημάτων σ’ αυτή τη θέση, να είναι πολλές χιλιάδες φορές μικρότερη από εκείνη των ατυχημάτων στις διασταυρώσεις των γραμμών του ΟΣΕ με το οδικό μας δίκτυο!! Εδώ, με ένα τέλειο συγχρονισμό των λειτουργιών της κατάποσης και της αναπνοής, που λειτουργεί με ακρίβεια χιλιοστών δευτερολέπτου, ο βλωμός περνάει από το φάρυγγα στον οισοφάγο, και ο εισπνεόμενος αέρας από το φάρυγγα στο λάρυγγα, χωρίς “συγκρούσεις,” παραστρατήματα και αναποδιές.

3. Το στομάχι. Αποτελεί το διευρυμένο τμήμα του γαστρεντερικού σωλήνα, όπου επιτελείται η προκαταρκτική διάσπαση των πρωτεϊνών της τροφής. Εδώ πέρα, με τις περισταλτικές κινήσεις του τοιχώματος του στομάχου, επιτυγχάνεται η πλήρης ανάμειξη του περιεχομένου με το γαστρικό υγρό, που εκκρίνεται από τους γαστρικούς αδένες, που καλύπτουν σχεδόν το σύνολο του βλεννογόνου αυτού του οργάνου. Η έκκριση πραγματοποιείται με την επίδραση στους γαστρικούς αδένες νευρικών ερεθισμάτων που προέρχονται από τον εγκέφαλο, αλλά και ορμονικών επιδράσεων, με αφετηρία, κατά κύριο λόγο, το ίδιο το τοίχωμα του στομάχου, αλλά και άλλα τμήματα του πεπτικού συστήματος. Δεν χρειάζεται βέβαια να τονίζεται ιδιαίτερα ότι το ποσό και η ποιότητα του γαστρικού υγρού που εκκρίνεται, εξαρτάται και καθορίζεται από το είδος και το ποσό της τροφής. Αυτό το υγρό έχει το χαρακτηριστικό ότι είναι εξαιρετικά όξινο, γιατί περιέχει ένα ισχυρότατο οξύ, το υ δ ρ ο χ λ ω ρ ι κ ό οξύ. Επιπρόσθετα, περιέχει και μια σειρά από ένζυμα που είναι σε θέση να διασπούν ορισμένους δεσμούς στα μόρια των πρωτεϊνών, με αποτέλεσμα αυτά να κομματιάζονται σε μικρότερα μόρια, όχι όμως ακόμα κατάλληλα για να απορροφηθούν και να εισέλθουν στο αίμα.

Το στομάχι όμως έχει και μια άλλη, τη σημαντικότερη μάλλον λειτουργία του: αποτελεί αποθήκη της τροφής που έχει ήδη προσληφθεί, και εφοδιάζει από αυτά τα αποθέματα το επόμενο τμήμα του γαστρεντερικού σωλήνα, όπου γίνεται η καθεαυτό πέψη και απορρόφηση. Ο ρυθμός αυτής της τροφοδότησης μεταβάλλεται ανάλογα με το είδος της περιεχομένης τροφής, αλλά και το στάδιο στο οποίο έχει ήδη προχωρήσει η πέψη των ουσιών που έχουν φτάσει στο έντερο.

Αυτό επιτυγχάνεται με ένα θαυμάσιο μηχανισμό, που λειτουργεί με βάση δεδομένα που αφορούν το βαθμό πλήρωσης του στομάχου, το βαθμό πλήρωσης της αρχικής μοίρας του λεπτού εντέρου, την οξύτητα ή την αλκαλικότητα του περιεχομένου στην αρχή του λεπτού εντέρου, τις συγκεκριμένες ουσίες που βρίσκονται στο στομάχι, και κυρίως στην αρχή του λεπτού εντέρου, και αρκετά άλλα στοιχεία.

Όλα αυτά τα στοιχεία αξιολογούνται επί τόπου και συνεχώς, και με τοπικά νευρικά κυκλώματα, αλλά και με ορμονικά μηνύματα, ρυθμίζονται και τροποποιούνται, ενισχύονται ή και αναστέλλονται οι κινήσεις του στομάχου, καθώς και ο τόνος του πυλωρικού σφιγκτήρα, που βρίσκεται στο τοίχωμα, ανάμεσα στο στομάχι και την αρχή του λεπτού εντέρου. Έτσι, το λεπτό έντερο τροφοδοτείται πάντοτε με ελεγχόμενο ποσό, είδος και ποιότητα τροφής, για να συνεχίζει απρόσκοπτα, και ανάλογα με τις δυνατότητές του, τη διεργασία της πέψης και απορρόφησης των θρεπτικών ουσιών. Για παράδειγμα, αν στην τροφή μας περιέχονται πολλά λίπη, η τροφοδότηση του εντέρου από το στομάχι γίνεται με πολύ αργό ρυθμό, και έτσι το στομάχι αδειάζει μετά από πολλές ώρες.

Αντίθετα, αν στην τροφή μας περιέχονται μόνο υδατάνθρακες ή και πρωτεΐνες, η περαιτέρω διοχέτευσή της προς το έντερο γίνεται πολύ πιο γρήγορα, με αποτέλεσμα το στομάχι να αδειάζει νωρίτερα.

4. Μετά το στομάχι ακολουθεί το  λ ε π τ ό, και ύστερα το  π α χ ύ έντερο. Το πρώτο έχει μήκος περίπου 6,5 μέτρα, και αποτελεί το κύριο πεπτικό όργανο, καθώς και το όργανο για την α π ο ρ ρ ό φ η σ η όλων των ουσιών που πρέπει να απορροφηθούν και να εισέλθουν προς το ε σ ω τ ε ρ ι κ ό  π ε ρ ι β ά λ λ ο ν του σώματος για χρησιμοποίηση.

Ολόκληρος ο βλεννογόνος του καλύπτεται, σε μεγάλη πυκνότητα, με εκατομμύρια μικρές δακτυλιοειδείς προεξοχές, τις λ ά χ ν ε ς. Στην επιφάνεια κάθε κυττάρου των λαχνών υπάρχουν άλλες υπομικροσκοπικές προεξοχές – 1000 περίπου ανά κύτταρο – που λέγονται μ ι κ ρ ο λ ά χ ν ε ς. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ολική επιφάνεια του λεπτού εντέρου, που έρχεται σε επαφή με το υγρό πια περιεχόμενό του, μέσα στο οποίο εμπεριέχονται όλες οι απορροφήσιμες ουσίες, είναι πάρα πολλά τετραγωνικά μέτρα, γεγονός που ευνοεί την ταχεία απορρόφηση.

Λίγα εκατοστόμετρα μόνο μετά την αρχή του λεπτού εντέρου εκβάλλει προς το έντερο ένας πόρος, μέσα από τον οποίο διοχετεύονται προς το έντερο δύο απαραίτητα εκκρίματα για την πέψη: το π α γ κ ρ ε α τ ι κ ό υ γ ρ ό και η χ ο λ ή. Με το πρώτο φέρονται προς το έντερο πάρα πολλά ένζυμα, που παράγονται από το π ά γ κ ρ ε α ς, με τα οποία γίνονται οι απαραίτητες διασπάσεις για την ολοκλήρωση της πεπτικής διεργασίας, δηλαδή της διάσπασης των υδατανθράκων σε μονοσακχαρίτες (ή τουλάχιστο σε δισακχαρίτες), της διάσπασης των πρωτεϊνών σε αμινοξέα, και της διάσπασης του μεγαλύτερου μέρους του ουδετέρου λίπους σε λιπαρά οξέα και μονογλυκερίδια ή διγλυκερίδια. Επιπρόσθετα, διάφορες άλλες ουσίες, λιπίδια και άλλες, διασπώνται σε απλούστερα συστατικά.

Εκτός όμως από τα ένζυμα, μέσα στο παγκρεατικό υγρό περιέχεται και σόδα (διττανθρακικό νάτριο), για την εξουδετέρωση του υδροχλωρικού οξέος που προέρχεται από το στομάχι, έτσι ώστε το περιεχόμενο του εντέρου να γίνεται ελαφρά αλκαλικό . Εννοείται ότι και εδώ, τόσο με νευρικά κυκλώματα, όσο και με ορμονικά μηνύματα, καθορίζεται, ανάλογα με το είδος της τροφής, το είδος των ενζύμων που εκκρίνονται, καθώς και το ποσό της σόδας που χρειάζεται για την εξουδετέρωση του υδροχλωρικού οξέος και την αλκαλοποίηση του περιεχομένου.

Στο σημείο όμως αυτό, μαζί με το παγκρεατικό υγρό, εκχύνεται προς το έντερο και η χολή, που προέρχεται από το συκώτι. Η χολή, αν και δεν περιέχει ένζυμα για την πέψη, είναι εντελώς απαραίτητη γι’ αυτή τη διεργασία, γιατί περιέχει τα χ ο λ ι κ ά άλατα, τα οποία προκαλούν τη γ α λ α κ τ ω μ α τ ο π ο ί η σ η του λίπους της τροφής, δηλαδή την κατάτμηση του λίπους σε πολύ μικρά, μικροσκοπικά σταγονίδια. Και χωρίς αυτή τα λίπη δεν πέπτονται. Και όχι μόνο αυτό. Όταν τα λίπη παραμένουν άπεπτα, επικαλύπτουν και όλες τις άλλες ουσίες με ένα λιπαρό στρώμα, αδιαπέραστο από τα ένζυμα, με αποτέλεσμα την αδυναμία πέψης και των υπόλοιπων θρεπτικών ουσιών.

Παράλληλα με τη διεργασία της πέψης, επιτελείται και η απορρόφηση όλων των προϊόντων της πέψης, καθώς και των στοιχείων της τροφής που δεν χρειάζονται πέψη για να απορροφηθούν, όπως είναι οι β ι τ α μ ί ν ε ς, τα α ν ό ρ γ α ν α άλατα και ι χ ν ο σ τ ο ι χ ε ί α, καθώς και πολλές άλλες ουσίες με απλή σχετικά χημική δομή, μέχρι και ειδικά ο λ ι γ ο π ε π τ ί δ ι α.

Η διεργασία αυτή, που επιτελείται από τα επιθηλιακά κύτταρα που επικαλύπτουν τις λάχνες του λεπτού εντέρου, είναι, για τις περισσότερες ουσίες, ενεργητική, δηλαδή η κάθε ουσία παραλαμβάνεται από τον αυλό του εντέρου με κατάλληλο φορέα, φέρεται μέσα στο κύτταρο, και από εκεί εκβάλλεται προς την άλλη πλευρά, από όπου παραλαμβάνεται από το αίμα είτε τη λέμφο, για τα περαιτέρω. Όλη αυτή η διεργασία πραγματοποιείται με βιολογική δραστηριότητα των κυττάρων του εντερικού βλεννογόνου, με τη χρησιμοποίηση ενέργειας που προέρχεται από το μ ε τ α β ο λ ι σ μ ό αυτών των κυττάρων.

Εδώ αξίζει νομίζω να αναφερθεί ότι, όσον αφορά τους δ ι σ α κ χ α ρ ί τ ε ς, οι περισσότεροι διασπώνται σε μ ο ν ο σ α κ χ α ρ ί τ ε ς μέσα στα επιθηλιακά κύτταρα των λαχνών, μετά την απορρόφησή τους από το έντερο, και, στη συνέχεια, με την επέμβαση των κατάλληλων ενζύμων, μέσα στα ίδια αυτά κύτταρα, είτε και πολύ περισσότερο μέσα στο συκώτι, μετατρέπονται όλοι σε γ λ υ κ ό ζ η. Πράγματι, μόνο η γλυκόζη από τους υδατάνθρακες επιτρέπεται να κυκλοφορείται στο αίμα. Εάν τυχόν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα ένζυμα για τις μετατροπές αυτές, η είσοδος δισακχαρίτη, είτε και άλλου μονοσακχαρίτη, εκτός της γλυκόζης, στο αίμα, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα.

5. Αυτό που απομένει μετά την απορρόφηση, που εξακολουθεί ακόμα να είναι υδαρές, προωθείται προς το π α χ ύ έντερο, που έχει μήκος 1,5 μέτρο περίπου, και διάμετρο αυλού αρκετά μεγαλύτερη από του λεπτού εντέρου. Η λειτουργία του συνίσταται σε απορρόφηση νερού και πολλών άλλων ανόργανων ουσιών και μεταλλικών στοιχείων, τον εμπλουτισμό του περιεχομένου με βλέννα και την προσθήκη ακόμα και των πτωμάτων δισεκατομμυρίων μικροοργανισμών που διαβιούν, αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται μέσα σε αυτό το τμήμα του πεπτικού σωλήνα. Από αυτό όμως απορροφώνται και ορισμένες βιταμίνες, όπως η βιταμίνη Κ, που παράγεται από μικρόβια που αναπτύσσονται μέσα στο παχύ έντερο.

Επίσης, μέχρι το παχύ έντερο φτάνει και όλη η κ υ τ τ α ρ ί ν η που περιέχεται στην τροφή μας, γιατί σε ολόκληρο το πεπτικό μας σύστημα δεν υπάρχει κανένα ένζυμο να τη διασπάσει.

Η παρουσία όμως της άπεπτης κυτταρίνης μέσα στο περιεχόμενο του παχέος εντέρου είναι εξαιρετικά ωφέλιμη για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι ότι με τον όγκο της εξαναγκάζει το παχύ έντερο να εκτελεί εντονότερες και συχνότερες περισταλτικές κινήσεις, με αποτέλεσμα την ταχύτερη κένωσή του. Όλη αυτή η ετερόκλητη μάζα αποτελεί πλέον τα κ ό π ρ α ν α, που αποβάλλονται από το σώμα με την αφόδευση.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΜΗΝΑΣ

Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,

Ιατρική Σχολή